Κυριακή, 4 Ιανουαρίου 2015

ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ & ΠΑΡΑΔΟΣΗ

                                        Κανονάκι και Σαντούρι.
                                                από τη μαθήτρια Ειρήνη Ρίζου, Γ4

Δυο άγνωστα για τους περισσότερους μουσικά παραδοσιακά όργανα, είναι το κανονάκι και το σαντούρι. Δυο συγγενικά όργανα, που το καθένα όμως έχει το δικό του χαρακτηριστικό ηχόχρωμα, και κυρίως το δικό του ύφος και τη δική του προσφορά στη μουσική μας

Κανονάκι


   Το κανονάκι ή αλλιώς ψαλτήριο, είναι νυκτό όργανο, με εντέρινες χορδές. Αποτελείται από ένα ηχείο σε σχήμα ορθογωνίου τραπεζίου, πάνω στο οποίο είναι τεντωμένες οι χορδές (από έντερο ή από πλαστική ύλη) κατά μήκος των δυο παραλλήλων πλευρών του. Στο καπάκι (δηλ. την ξύλινη επιφάνεια κάτω από τις χορδές) ανοίγονται μια ή περισσότερες τρύπες, συχνά διακοσμημένες. Στην αριστερή πλευρά βρίσκονται τα "μανταλάκια", ή μαντάλια, ένα είδος από κινητούς καβαλάρηδες, που με το ανέβασμα ή το κατέβασμά τους υψώνουν ή χαμηλώνουν το ύψος των φθόγγων κατά 1/4 του τόνου (ισούται περίπου με 2-3 μόρια ή κόμματα).
  Κάθε φθόγγος μπορεί να έχει από ένα μέχρι 5-6 περίπου μανταλάκια. Το κανονάκι παίζεται κρατημένο πάνω στα πόδια του οργανοπαίκτη (όταν είναι καθιστός φυσικά), με δυο πένες ή νύχια, όπως λέγονται, που προσδένονται στους δείκτες των δυο χεριών με μεταλλικές δαχτυλήθρες. Τα νύχια, κατασκευασμένα από πλαστική ύλη, είναι τεχνητά και αποτελούν προέκταση των φυσικών νυχιών (το κανονάκι είναι νυκτό όργανο), ο εκτελεστής με αυτά τσιμπάει με μεγαλύτερη ευκολία και σταθερότητα τις χορδές, συνήθως με το αριστερό χέρι τις χαμηλές και το δεξί τις ψηλότερες.
   Οι φθόγγοι αποτελούνται από τρεις χορδές ο καθένας, κουρδισμένες όλες στον ίδιο τόνο. Η μελωδική έκταση του οργάνου είναι περίπου τρεισήμισι οκτάβες. Οι νότες βρίσκονται σε αλληλουχία μεταξύ τους, δηλ. η μια μετά την άλλη (κάτω οι χαμηλές και προς τα πάνω οι ψηλότερες) και είναι κουρδισμένες στη διατονική κλίμακα. Έτσι ο οργανοπαίκτης έχει μπροστά του την κλίμακα της μελωδίας που παίζει. Ανάλογα πάντα με το είδος της κλίμακας ή και την βάση της μελωδίας, μπορεί να αλλάξει με τα μανταλάκια την οξύτητα των φθόγγων κατά μερικά μόρια ή κατά ένα ημιτόνιο (είτε στην αρχή του κομματιού είτε κατά τη διάρκειά του - εκεί φαίνεται και η δεξιοτεχνία του) κι έτσι μπορεί να σχηματίζει δεκάδες διαφορετικές κλίμακες. Το κανονάκι επομένως μπορεί να παίξει όλα τα διαστήματα και τις υποδιαιρέσεις του τόνου και γι'αυτό το λόγο είναι αρκετά χρήσιμο και στην εκμάθηση της Βυζαντινής Μουσικής.



ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΟΡΓΑΝΟΥ


Το Καπάκι : Συνήθως φτιάχνεται από πλάτανο ή μαόνι



Άποψη τής μανταλιέρας : Η βάση της φτιάχνεται από κελεμπέκι ή έβενο ή τριανταφυλιά. Πάνω της προσαρμόζονται τα μανταλάκια, μικροί μεταλλικοί καβαλάρηδες πού αυξομειώνουν το μήκος της χορδής επιφέροντας πολύ μικρές αλλοιώσεις του ήχου.



Μαντάλια : Μικρά μεταλλικά ελάσματα που αυξομειώνουν το μήκος της χορδής επιφέροντας πολύ μικρές ηχητικές αλλοιώσεις (μικροδιαστήματα ή μόρια ή κόμματα).



Ο "καβαλάρης" των χορδών ο οποίος πατάει πάνω σε μια δερμάτινη μεμβράνη, σε τέσσερα σημεία, μεταδίδοντας έτσι τον παλμό των χορδών στο ηχείο


Οι δακτυλήθρες και οι πένες που φοριούνται στα δάκτυλα του μουσικού, για να πλήττει τις χορδές
  Ας ταξιδέψουμε όμως λίγο πίσω στο χρόνο. Πρώτος προορισμός μας είναι οι Μεσαιωνικοί χρόνοι. Το κανονάκι παλιότερα, κυρίως στους μεσαιωνικούς χρόνους, ήταν γνωστό με την ονομασία "Ψαλτήριο". Οι αρχές του ψαλτηρίου ανιχνεύονται στον ασιατικό χώρο, και κυρίως στην Περσία , πολλούς αιώνες πριν από τους αρχαιοελληνικούς κλασικούς χρόνους. Στην αρχαία Ελλάδα, από πολλούς συγγραφείς έχουμε μαρτυρίες για μουσικά όργανα πιθανόν του τύπου του ψαλτηρίου, με τις ονομασίες τρίγωνον ψαλτήριον, επιγόνειον, μάγαδις κλπ, χωρίς να υπάρχουν εικονογραφημένες μαρτυρίες. Γι'αυτό μόνο υποθέσεις έχουν γίνει έως σήμερα για τη σχέση του αρχαιοελληνικού ψαλτηρίου με το κανονάκι. Αντίθετα, στους βυζαντινούς και μεταβυζαντινούς χρόνους, τα ιστορημένα χειρόγραφα και οι τοιχογραφίες των εκκλησιών έχουν πολλές πληροφορίες για το ψαλτήριο σε σχήμα τριγώνου ή τραπεζίου, τον τρόπου με τον οποίο κρατιέται, παίζεται κλπ.


  Στην ελληνική λαογραφία το κανονάκι λαμβάνει τόπο κυρίως στην μουσική παράδοση της Καππαδοκίας, της Θράκης ( Ανατολική, η οποία ανήκει στην Τουρκία και Δυτική, ελάχιστα έως καθόλου στην Β. Θράκη, που ανήκει στην Βουλγαρία), της Μ.Ασίας και της Κωνσταντινούπολης.


Σαντούρι


   Το σαντούρι, σε σχήμα ισοσκελούς τραπεζίου, έχει μεταλλικές χορδές κατά μήκος των δυο παράλληλων πλευρών του. Σε κάθε φθόγγο αντιστοιχούν 3-5 χορδές κουρδισμένες στον ίδιο τόνο. Είναι τοποθετημένο πάνω σε βάση, πάνω από τα γόνατα του οργανοπαίκτη. Πολλές φορές είναι κρεμασμένο στους ώμους, όταν στον γάμο πηγαίνουν να πάρουν τη νύφη, σε πατινάδες κλπ, (έθιμο που στις μέρες μας τείνει να εκλείψει). Παίζεται με δυο λεπτά ραβδάκια, τις μπαγκέτες, τυλιγμένα στις άκρες με βαμβάκι ή δέρμα. Οι μπαγκέτες, με το άκρο τους γυρισμένο λίγο προς τα πάνω, κρατιώνται ανάμεσα στον δείκτη και το μεσαίο δάκτυλο, με τη βοήθεια του αντίχειρα. Στο παίξιμο χρησιμοποιείται κυρίως ο καρπός του χεριού και λιγότερο τα δάκτυλα. Η ονομασία του μάλλον προέρχεται από το βυζαντινό όργανο ψαλτήρι (μιας και φαινομενικά μοιάζει με το κανονάκι), και μέσα από τους αιώνες έφτασε να ονομάζεται σαντούρι: ψαλτήρι -> σαντίρ -> σαντούρι. Κατά μια άλλη εκδοχή, η ονομασία προέρχεται από τις περσικές λέξεις "σαν ταρ" = εκατό χορδές. Σαντούρια επίσης μπορούμε να βρούμε στη Ρουμανία, καθώς και σε χώρες της Μέσης Ανατολής (Αραβία, Ιράν κλπ) αλλά διαφέρουν από λίγο έως πολύ από το ελληνικό σαντούρι.
  Αρχικά το σαντούρι ήταν όργανο μελωδίας. Έπαιζε τη μελωδία μαζί με τα άλλα όργανα, ενώ παράλληλα μπορούσε να κρατήσει ένα ίσο στην τονική (βάση) ή την πέμπτη της κλίμακας. `Αλλοτε συνόδευε τη μελωδία με απλές συνηχήσεις. Με τον καιρό, και με την επίδραση της δυτικής εναρμονισμένης μελωδίας, το ίσο και οι συνηχήσεις μετατρέπονται σε συγχορδίες. Σήμερα μπορεί να παίζει τη μελωδία, είτε μόνο του είτε μαζί με τα άλλα όργανα, καθώς και να παίζει τις συγχορδίες πάνω στο ρυθμό. Η αλληλουχία των φθόγγων είναι πιο περίπλοκη σε σχέση με το κανονάκι. Ανεβαίνει κατά ημιτόνια (σε αντίθεση με το κανονάκι που ανεβαίνει σύμφωνα με την κλίμακα που πρόκειται να παίξουμε). Το σαντούρι είναι έτσι κατασκευασμένο ώστε σε κάθε μία απ'ο τις χορδές (που χωρίζονται περίπου στη μέση με τον καβαλάρη) να αντιστοιχούν δυο φθόγγοι (κυρίως διαστήματα πέμπτης, π.χ. η ΡΕ και η ΛΑ της βασικής οκτάβας είναι στην ίδια χορδή). Η μελωδική του έκταση είναι περίπου τρεισήμισυ οκτάβες (όπως και στο κανονάκι), με συνολικά 100-110 περίπου χορδές.

  Πρόκειται για αρχαίο μουσικό όργανο που επινοήθηκε πιθανόν στην Περσία από την οποία και διαδόθηκε τόσο προς την Ινδία και την Κίνα, όσο και δυτικά στη Μέση Ανατολή και τη Βαλκανική. Κατασκευάζεται συνηθέστερα από ξύλο καρυδιάς. 
   
  Η πλατιά διάδοση του σαντουριού στον ελλαδικό χώρο οφείλεται στους `Ελληνες της Μ.Ασίας που ήρθαν μετά τη μικρασιατική καταστροφή. Το σαντούρι παιζόταν βέβαια και πριν το 1922 στην ηπειρωτική και νησιώτικη Ελλάδα, σε περιορισμένη κλίμακα. Χάρη στις εκφραστικές του δυνατότητες γίνεται γρήγορα ένα από τα απαραίτητα όργανα της "κομπανίας" (κλαρίνο, βιολί, σαντούρι, λαούτο).

  Στην Ελλάδα χρησιμοποιείται κυρίως στην νησιωτική Ελλάδα, αλλά και σε άλλες περιοχές, όπως η Μ.Ασία, αλλά και πολλές περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας, αφού έχει ενταχθεί στα όργανα της κομπανίας. 
   Γνωστοί οργανοπαίχτες του είναι: Ο Αριστείδης Μόσχος (μεγάλος δάσκαλος, που πέθανε το 2001). `Αλλοι δεξιοτέχνες του οργάνου είναι οι Τ. Διακογιώργης,  Ν. Καλαϊντζής (Μπινταγιάλας),  Ν.Καρατάσος, καθώς και οι νεότεροι Α. Κατσιγιάννης, Μ.Παπαδέας, αλλά και ο Παναγιώτης ο Βέργος, αρκετά γνωστός, νέος οργανοπαίχτης στην περιοχή μας.





Πηγές:
h
ttp://el.wikipedia.org
http://www.kanonaki.gr
http://www.musicheaven.gr